Sunday, February 17, 2008

Σεισμός στην Αθήνα

Σεισμική δόνηση μεγέθους 4,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ έγινε αισθητή στις 03:30 τα ξημερώματα στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Το επίκεντρο της δόνησης εντοπίζεται 16 χιλιόμετρα βόρεια της Αθήνας, στην περιοχή της Φυλής.

Σεισμός στην Αθήνα

Friday, February 15, 2008

Ρίχτερ αγωνίας

ΕΘΝΟΣ 15/02/2008

Ο «χορός» των Ρίχτερ που χτύπησε χθες το νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου ανέβασε στα ύψη την αγωνία των κατοίκων και ταυτόχρονα αναζωπύρωσε τη διαμάχη των σεισμολόγων σχετικά με την πρόγνωση των σεισμών

«E»

Ξυπνώντας μνήμες καταστροφικών σεισμών που στοίχισαν τη ζωή εκατοντάδων ανθρώπων και επέφεραν εκτεταμένες υλικές ζημιές, ο Εγκέλαδος χτύπησε χθες το μεσημέρι την Πελοπόννησο.
Με μια δόνηση που απελευθέρωσε, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, ενέργεια 12 φορές μεγαλύτερη από την ενέργεια που είχε απελευθερώσει η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα.


Με μια πρωτοφανή διάρκεια, η ισχυρή σεισμική δόνηση έντασης 6,7 Ρίχτερ που εκδηλώθηκε στον υποθαλάσσιο χώρο 30 χιλιόμετρα νότια από τη Μεθώνη, προκάλεσε τρόμο και αναταραχή στους κατοίκους της Μεσσηνίας και της Αρκαδίας, ενώ έγινε ιδιαίτερα αισθητός σε ολόκληρη τη νότιο Ελλάδα, την Αιτωλοακαρνανία, αλλά και την Αττική.
Τα ξένα ειδησεογραφικά δίκτυα ανέφεραν ότι τον σεισμό ένιωσαν επίσης οι κάτοικοι της νοτίου Ιταλίας αλλά και του Καϊρου, επιβεβαιώνοντας κατά πολλούς την πρόβλεψη για σεισμό μεγαλύτερο των 6 Ρίχτερ που είχε πραγματοποιήσει η ερευνητική ομάδα του κ. Βαρώτσου και την οποία είχε αποκαλύψει το «Εθνος» την προηγούμενη Κυριακή.
Τα σχολεία των νομών της Πελοποννήσου εκκενώθηκαν μετά την εκδήλωση του ισχυρού σεισμού, οι κάτοικοι παρέμειναν έξω από τα σπίτια τους φοβούμενοι το ενδεχόμενο επανάληψης του φαινομένου, ενώ βλάβη προκλήθηκε σε διακόπτη διανομής ρεύματος 20.000 βολτ που τροφοδοτεί τη Μεγαλόπολη.

Οπως επισημαίνει ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου, δρ Γεράσιμος Παπαδόπουλος, η χθεσινή δόνηση ανήκει στην πιο επικίνδυνη κατηγορία σεισμών, καθώς το επίκεντρό της εντοπίζεται στο ακριβές σημείο σύγκρουσης της αφρικανικής με την ευρασιατική λιθοσφαιρική πλάκα.
Σύμφωνα με τους σεισμολόγους, η δόνηση προήλθε από τη δυτική πλευρά του ελληνικού σεισμικού τόξου που εκτείνεται από την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο, τη Δυτική Πελοπόννησο, την Κρήτη μέχρι και τα Δωδεκάνησα, ενώ εκδηλώθηκε σε μια περιοχή με πολύ έντονη σεισμικότητα, την ισχυρότερη, ίσως, στη Μεσόγειο.
Το ευτύχημα ότι στην ευρύτερη περιοχή δεν κατεγράφησαν σοβαρές ζημιές οφείλεται, όπως τονίζουν οι επιστήμονες, στο γεγονός ότι η σεισμική δόνηση ήταν υποθαλάσσια με εστιακό βάθος τα 30 χιλιόμετρα, ενώ η απόσταση του επικέντρου από τις κατοικημένες περιοχές ήταν σχετικά μεγάλη.
Παρ όλ αυτά, ο φόβος για το τι πρόκειται να ακολουθήσει αναζωπυρώθηκε μετά την εκδήλωση δεύτερης σεισμικής δόνησης, μεγέθους 6,4 Ρίχτερ, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι. Ισχυρή μετασεισμική δόνηση μεγέθους 5,1 Ρίχτερ σημειώθηκε και στις πεντέμισι το απόγευμα.
«Ψυχραιμία»Οι σεισμολόγοι συστήνουν στους κατοίκους της Πελοποννήσου να παραμείνουν ψύχραιμοι, ενώ υποστηρίζουν ότι η δόνηση των 6,7 Ρίχτερ ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο κύριος σεισμός.
«Αρχικά δεν είχαμε καμία μετασεισμική δραστηριότητα και αυτό θα μπορούσε να μας ανησυχήσει. Ο δεύτερος σεισμός, όμως, ενισχύει το ενδεχόμενο η πρώτη δόνηση να αποτελούσε τον κύριο σεισμό», σημείωσε ο κ. Παπαδόπουλος, ενώ ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου κ. Σταυρακάκης είχε χαρακτηρίσει από νωρίς αναμενόμενη την έντονη μετασεισμική δραστηριότητα.
Σημειώνεται ότι η επίσημη ανακοίνωση του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου έκανε λόγο για ένταση 6,5 Ρίχτερ, όμως, όπως προέκυψε στη συνέχεια από μεταγενέστερες εκτιμήσεις, ο σεισμός ήταν λίγο μεγαλύτερος απ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΟΒΒΑ
rovva@pegasus.gr
ΑΠΟΚΛΙΣΗ
6,5 Ρίχτερ ανακοίνωσαν αρχικά οι σεισμολόγοι
Δίδυμους σεισμούς με μικρή απόκλιση στο επίκεντρο ανακοίνωσε το Εργαστήριο Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αναφορικά με τα 6,7 και 6,4 Ρίχτερ που ταρακούνησαν χθες το πρωί την Πελοπόννησο, με επίκεντρο 35 χιλιόμετρα νότια της Μεθώνης.
Κι ενώ το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έσπευσε να συνταχθεί με το αντίστοιχο εργαστήριο της Αθήνας και να ανακοινώσει ως μέγεθος για τον πρώτο σεισμό που σημειώθηκε στις 12.09 το μεσημέρι, τα 6,5 Ρίχτερ, λίγο μετά τον δεύτερο σεισμό των 6,4 Ρίχτερ ο αναπληρωτής καθηγητής Γεωφυσικής, Κώστας Παπαζάχος, ανακοίνωσε ότι το μέγεθος του πρώτου σεισμού ήταν 6,7 Ρίχτερ, όπως ακριβώς το έδωσε και το Ευρωμεσογειακό Σεισμολογικό Κέντρο που εδρεύει στο Παρίσι.
«Αρχικά δόθηκε ως μέγεθος το 6,5 Ρίχτερ, αλλά μεταγενέστερες εκτιμήσεις που έχουν γίνει όχι μόνο από εμάς, αλλά και από την Αθήνα, από την Πάτρα και από τα κέντρα του εξωτερικού, δείχνουν ότι ο σεισμός ενδεχομένως είναι λίγο μεγαλύτερος, της τάξης του 6,7 Ρίχτερ. Δυστυχώς αυτά γίνονται επειδή οι πρώτες εκτιμήσεις βασίζονται σε μια προκαταρκτική μέτρηση και απαιτούνται αναλύσεις, οι οποίες παίρνουν ώρα», εξήγησε ο κ. Παπαζάχος, προσθέτοντας ότι αμερικάνικο κέντρο είχε δώσει ως μέγεθος τα 7,1 Ρίχτερ και στη συνέχεια το διόρθωσε στα 6,7 Ρίχτερ.
«Φαίνεται ότι ο σεισμός είναι λίγο μεγαλύτερος από ό,τι αρχικά εκτιμήθηκε, αλλά αυτή η απόκλιση δεν είναι σοβαρή. Πρακτικά μιλάμε για έναν πολύ ισχυρό σεισμό περίπου στο μέγεθος, το οποίο ανακοινώθηκε αρχικά», τόνισε ο κ. Παπαζάχος. Εκείνο που προβληματίζει τους επιστήμονες είναι η φτωχή μετασεισμική ακολουθία, καθώς μετά τα 6,7 Ρίχτερ δεν ακολούθησαν ισχυροί μετασεισμοί παρά μόνο ο δεύτερος σεισμός των 6,4 Ρίχτερ στις 2.08 το μεσημέρι.
«Εχουμε ένα μεγάλο γεγονός και μία ιδιαίτερα φτωχή μετασεισμική ακολουθία με λίγους μετασεισμούς, ο μεγαλύτερος από τους οποίους δεν ξεπερνά τα 4,5 Ρίχτερ μέχρι το απόγευμα. Είναι ελάχιστη η μετασεισμική δραστηριότητα και πρέπει να παρακολουθούμε το φαινόμενο», είπε στο «Εθνος» ο επίκουρος καθηγητής Γεωφυσικής στο Α.Π.Θ. Μανόλης Σκορδύλης, ωστόσο συμπλήρωσε ότι «τα 6,7 Ρίχτερ είναι αρκετά μεγάλο μέγεθος για να θεωρήσει κανείς ότι πρόκειται για προσεισμό».
Σύμφωνα με τον κ. Σκορδύλη, το εστιακό βάθος των 30-40 χιλιομέτρων χαρακτηρίζει τον σεισμό ως επιφανειακό, ενώ το γεγονός ότι το επίκεντρο ήταν στη θάλασσα έσωσε κατοικημένες περιοχές. «Το ότι το επίκεντρο ήταν σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από την πόλη της Καλαμάτας και ο σεισμός υποθαλάσσιος, περιόρισαν σημαντικά τις επιπτώσεις από τη δόνηση αυτή», μας είπε χαρακτηριστικά.
Το ακριβές επίκεντρο του σεισμού εντοπίζεται στο δυτικό άκρο του ελληνικού τόξου, το οποίο είναι μια ιδιαίτερα ενεργή περιοχή, εκεί όπου γίνεται η σύγκρουση της αφρικανικής με την ευρασιατική πλάκα και για τους ειδικούς οι σεισμοί πάνω στο τόξο του Αιγαίου είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό.
ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ

Thursday, February 14, 2008

Μετασεισμός 6,4 Ρίχτερ


Το επίκεντρο των δονήσεων εντοπίζεται 60 χιλιόμετρα νότια νοτιοδυτικά της Καλαμάτας
Το επίκεντρο των δονήσεων εντοπίζεται 60 χιλιόμετρα νότια νοτιοδυτικά της Καλαμάτας. Ανακούφιση εκφράζουν οι σεισμολόγοι μετά τον ισχυρό μετασεισμό ισχύος 6,4 Ρίχτερ που σημειώθηκε στον ίδιο εστιακό χώρο και στο ίδιο επίκεντρο, στη θαλάσσια περιοχή της Μεθώνης, με την κυρίως σεισμική δόνηση ισχύος 6,5 Ρίχτερ.

Η κυρίως σεισμική δόνηση, έγινε αισθητή σε όλη τη νότια Ελλάδα και σημειώθηκε στις 12:09.
Όσον αφορά το μετασεισμό, που σημειώθηκε στις 14:08, οι σεισμολόγοι τονίζουν ότι είναι κάτι το θετικό. "Μας λύνει τα χέρια καθώς το φαινόμενο εκτονώνεται" εξήγησε στο ΣΚΑΪ ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Γιώργο Σταυρακάκη.


Ισχυρότατη σεισμική δόνηση
Έκτακτη επικαιρότητα

Κίνδυνος μεγάλου σεισμού
Αυξημένη επιφυλακή στις παραθαλάσσιες περιοχές της Μεσσηνίας για τις επόμενες 24ώρες συνέστησε μέσω του ΣΚΑΪ ο Κώστας Συνολάκης, καθηγητής φυσικών καταστροφών του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Όπως είπε, τυχόν υποθαλάσσια κατολίσθηση μπορεί να δημιουργήσει τοπικά παλιρροϊκό κύμα.

Ψυχραιμία συνέστησε και ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς.

Εξάλλου, σύμφωνα με το νομάρχη Μεσσηνίας μικροζημιές έχουν σημειωθεί σε ιδιωτικά κτίρια αλλά και σχολεία στην περιοχή της Πυλίας.

Με απόφαση του υπουργείου Παιδείας Ευρυπίδη Στυλιανίδη δεν θα λειτουργήσουν οι απογευματινές βάρδιες των σχολείων στη Μεσσηνία.

Κλειστά θα παραμείνουν την Παρασκευή τα σχολεία της Μεσσηνίας και της Αρκαδίας προκειμένου να ελεγχθούν.

Ισχυρός σεισμός στην Πελοπόνησσο

Ισχυρός σεισμός στην Ελλάδα

14/02/2008

Ισχυρή σεισμική δόνηση έγινε αισθητή ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο και τα επτάνησα. Η δόνηση έγινε αισθητή και στην Αττική.

Αναμένεται επίσημη ανακοίνωση από το Αστεροσκοπείο Αθηνών.

Πρώτη εκτίμηση του καθηγητή γεωλογίας του πανεπιστημίου Αθηνών Ευθύμιου Λέκκα είναι μέγεθος 7 Ρίχτερ και σε μεγάλο θαλάσσιο εστιακό βάθος.

Έκτακτη επικαιρότητα
Το Εθνικό Γεωλογικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ κάνει λόγο για 7,3 Ρίχτερ.

Saturday, February 09, 2008

Τα αντισεισμικά «θεμέλια» του Λεκανοπεδίου


TA NEA 09/02/2008

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΡΙΚΚΗΣ (skrik@dolnet.gr)

Φυσική ασπίδα προστασίας απέναντι σε μεγάλους σεισμούς αποτελούν για ορισμένες περιοχές του Λεκανοπεδίου Αθηνών, τα πετρώματα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Όπως προκύπτει από έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, η σύνθεση των πετρωμάτων που έχουν σχηματιστεί στο υπέδαφος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον σεισμικό κίνδυνο που διατρέχουν τα σπίτια και τα κτίρια μιας κατοικημένης περιοχής.
Έτσι, ορισμένες από τις περιοχές που διαθέτουν φυσική αντισεισμική προστασία είναι οι Υμηττός, Βύρωνας, Καισαριανή, Αγ. Παρασκευή, Ηλιούπολη, Ψυχικό, Φιλοθέη, Δάφνη, Πνύκα, Ακρόπολη, Πλάκα, Παγκράτι, Λυκαβηττός, Αττικό Άλσος, Παλαιά και Νέα Πεντέλη.
Από την άλλη πλευρά, περιοχές οι οποίες είναι ευάλωτες σε μεγάλο σεισμό είναι οι Μοσχάτο, Ρέντης, Άγ. Ανάργυροι, Κόκκινος Μύλος, Μεταμόρφωση, Κάτω Κηφισιά, Μενίδι, Ίλιον, Χαλάνδρι, Αμφιθέα, Καλλιθέα, Βοτανικός, Κολοκυνθού, Περιστέρι, Πετρούπολη, Νίκαια.
Το Λεκανοπέδιο δεν είχε πάντοτε τη σημερινή μορφολογία. Για παράδειγμα, πριν από περίπου 4 εκατομμύρια χρόνια, οι περιοχές όπου σήμερα βρίσκονται οι Αχαρνές και το Χαλάνδρι ήταν μεγάλες λίμνες. Το Παλαιό Φάληρο, ο Άγιος Κοσμάς και η Γλυφάδα ήταν θάλασσα (βλ. σχήμα 1 στο γράφημα). Πολύ αργότερα, πριν από περίπου 800.000 χρόνια, ένα μεγάλο ρήγμα διέτρεχε τη βόρεια πλευρά του Λεκανοπεδίου από τη σημερινή Φυλή και τις Αχαρνές μέχρι το Χαλάνδρι και τις άκρες του Υμηττού.
Ανακατατάξεις. Το ρήγμα χώριζε το Λεκανοπέδιο στα δύο και μάλιστα «ανασήκωσε» με το πέρασμα του χρόνου το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Αττικής, στο ύψος των Τουρκοβουνίων, δημιουργώντας ένα φυσικό εμπόδιο που απέτρεπε τη ροή υδάτων προς τον Σαρωνικό. Έτσι σχηματίστηκαν λίμνες στις περιοχές του Χαλανδρίου και των Αχαρνών. Με τον καιρό το ρήγμα αυτό έγινε ανενεργό, το φυσικό εμπόδιο έπαψε να υπάρχει και τα νερά άρχισαν να κατευθύνονται ανεμπόδιστα, όπως και σήμερα, στον Σαρωνικό. Αυτές οι γεωλογικές διεργασίες είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό της υδρολογικής λεκάνης του Κηφισού, ο οποίος τροφοδοτήθηκε από το νερό των λιμνών που βρίσκονταν στις βορινές πηγές του, δημιουργώντας τη σημερινή εικόνα του Λεκανοπεδίου.
Αυτές οι εναλλαγές στη μορφολογία μπορεί να μοιάζουν επιφανειακές, είχαν ωστόσο μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη σύσταση αλλά και τον τρόπο δημιουργίας των πετρωμάτων που βρίσκονται στο υπέδαφος της Αττικής. Φυσικά δεν πρέπει να υποτιμώνται και οι σχηματισμοί που δημιουργήθηκαν εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίες συνθέτουν σαθρά πετρώματα και επίφοβα στην περίπτωση ενός μεγάλου σεισμού. Οι Έλληνες ειδικοί του Πανεπιστημίου Αθηνών με επικεφαλής τον καθηγητή Γεωλογίας κ. Δημήτρη Παπανικολάου και διευθυντή του Εργαστηρίου Φυσικών Καταστροφών του Πανεπιστημίου Αθηνών διαπίστωσαν ύστερα από πολύχρονη έρευνα ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες πετρωμάτων που συνθέτουν τον λεγόμενο νεοτεκτονικό χάρτη του Λεκανοπεδίου. Τα πετρώματα αυτά, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που θα συμπεριφερθούν τα σπίτια και τα κτίρια στην περίπτωση ενός μεγάλου, «εισερχόμενου» σεισμού, ανεξαρτήτως του τρόπου κατασκευής τους. Τα ρήγματα. Και λέμε «εισερχόμενου» γιατί όπως επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο ερευνητής του Κέντρου Έρευνας Φυσικών Καταστροφών Βenfield-UCL του University College London, δρ. Ιωάννης Παπανικολάου, «στο Λεκανοπέδιο δεν υπάρχει κανένα ρήγμα το οποίο να μπορεί να προκαλέσει σεισμό μεγαλύτερο από 6,0-6,1 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ. Αντιθέτως τέτοια ρήγματα υπάρχουν στα όρια του Λεκανοπεδίου, όπως είναι το ρήγμα στο Θριάσιο Πεδίο στα δυτικά, το ρήγμα στις Αφίδνες το οποίο μπορεί να δώσει σεισμό μεγέθους έωςκαι 6,4 βαθμών, (οριοθετεί προς Βορράν τη λεκάνη απορροής του Κηφισού ποταμού και άρα το βόρειο όριο του Λεκανοπεδίου) και το ρήγμα του Διονύσου για το οποίο ακόμη δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες, πέραν του ότι χαρακτηρίζεται από χαμηλούς ρυθμούς ολίσθησης, δηλαδή δίνει σεισμούς ανά μερικές χιλιάδες χρόνια».
Ειδικότερα οι γεωλόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών διαπίστωσαν ότι τα πλέον αντισεισμικά πετρώματα που βρίσκονται στο υπέδαφος του Λεκανοπεδίου εί ναι οι σχηματισμοί που ανήκουν στο λεγόμενο αλπικό υπόβαθρο και οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά βράχοι. «Τα πετρώματα αυτά αποτελούν το καλύτερο έδαφος για τη θεμελίωση ενός κτιρίου», λέει ο κ. Δ. Παπανικολάου. Πρόκειται για πετρώματα δύο κατηγοριών. Εκείνα που στο απώτατο παρελθόν βρέθηκαν σε βάθος 30 με 40 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Γης και υπέστησαν μεγάλες πιέσεις και θερμοκρασιακές μεταβολές προτούν επανέλθουν ξανά στην επιφάνεια. Αυτά χαρακτηρίζονται ως μεταμορφωμένα και αποτελούνται από μάρμαρα και σχιστόλιθους (π.χ. Υμηττός, Πεντέλη). Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από τα ιζηματογενή πετρώματα τα οποία δεν βρέθηκαν ποτέ σε βάθος μεγαλύτερο από 10 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Γης ( π.χ. Αιγάλεω). Μία άλλη ομάδα πετρωμάτων που συμπεριφέρεται με ικανοποιητικό τρόπο απέναντι σε ένα μεγάλο σεισμό είναι τα νεογενή πετρώματα. Πρόκειται για πλειοκαινικούς θαλάσσιους και ηπειρωτικούς σχηματισμούς και άνω μειοκαινικούς σχηματισμούς. Ουσιαστικά τα πετρώματα αυτά δημιουργήθηκαν πριν από 10 έως 2 εκατομμύρια χρόνια από σήμερα. Είναι τα παλιά ιζηματογενή πετρώματα των λεκανών του Λεκανοπεδίου, που κάποτε ήταν θαλάσσια ή λιμναία.
Η τρίτη κατηγορία πετρωμάτων και η λιγότερο... έμπιστη στα χτυπήματα του Εγκέλαδου είναι τα λεγόμενα πετρώματα του Τεταρτογενούς που δημιουργήθηκαν πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια μέχρι σήμερα. «Χαρακτηρίζονται από φτωχά και χαλαρά εδάφη στα πρανή των βουνών, σε λίμνες και σε παραποτάμιες εκτάσεις. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι ανθρωπογενείς αποθέσεις (μπαζώματα) οι οποίες αποτελούν το χειρότερο είδος εδάφους», προσθέτει ο κ. Δ. Παπανικολάου.